Ξεκινάμε από μια – θεμιτή – αποενοχοποίηση : όντως, δεν είσαι υποχρεωμένος να τελειώσεις ένα βιβλίο, μόνο και μόνο επειδή θεωρείται αριστούργημα. Και φτάνουμε να περιβάλλουμε την ίδια τη διαδικασία της ανάγνωσης με μια αύρα ματαιότητας : Η ιδέα ότι πρέπει να φτύσεις αίμα για να τελειώσεις ένα βιβλίο του Joyce ή του Thomas Mann …από ψυχαναγκασμό, στα 47 σου χρόνια, που αλλού κατατείνει;
Ίσως εν τέλει κινητήρια δύναμη εδώ είναι ένα ένστικτο επαγγελματικής αυτοσυντήρησης.
Είναι σαν να ακούς τον …Κωνσταντίνο Αργυρό, να σε αποτρέπει απ’ το ν’ ακούσεις Beatles : πώς θα περάσεις, από αυτούς, στα δικά του αριστουργήματα;
Discover more from OANNES
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
Ίσως εννοεί ότι από μια ηλικία και μετά η λογοτεχνία (και η μουσική θα προσέθετα) δεν έχουν την ίδια σημασία που είχαν για ορισμένους από τους παλιότερους. Για τους νεότερους δεν ξέρω αν έχουν οποιαδήποτε σημασία.
Με άλλα λόγια δεν έχουν την υπαρξιακή σημασία που φαινόντουσαν κάποτε να έχουν. Αναμενόμενο από τη στιγμή που συνεχίζει κανείς να υπάρχει.
Στο τέλος μένει μόνο η ευμορφία. Ή όπως το έθεσε ο Paul Simon “so beautiful or so what”.
Σωστά το θέτει ο PS, εννοείται. Απλώς δεν μπορώ να καταλάβω τι εννοεί ένας άνθρωπος σαν τον κύριο Κορτώ, όταν μιλάει μ’ αυτό το ίματζ φοβερά βασανισμένου ανθρώπου για “αντοχές” που είχε στα 25 αλλά δεν έχει στα 47 του (!) Και οι οποίες θα τον εμπόδιζαν σημερα από το να διαβάσει ολόκληρο τον ‘Οδυσσέα’ του Τζόις (υποθέτω αν τον υποχρέωνε κάποιος να διαβάσει το ‘Είναι και Χρόνος’ ή την ‘Κριτική του Καθαρού Λόγου’ θα άρχιζε να αναζητεί ανώδυνους τρόπους αυτοκτονίας).
Για μένα που στερούμαι της δική του μεγαλοφυίας, τα πράγματα είναι πιο απλά : 1. Πέρναγα πάντα καλά διαβάζοντας και ακούγοντας μουσική και το ίδιο κάνω και τώρα. 2. Δεν κάθομαι να υπολογίσω / συγκρίνω πόσο πιο καλά πέρναγα κάποτε απ’ ότι τώρα : αυτός είναι ένας από τους πιο γλιστερούς δρόμους που μπορεί να ακολουθήσει κανείς, και αποτελεί τον έσχατο θρίαμβο της ποσότητας ενάντια στην ποιότητα (οι περισσότεροι άνθρωποι μπερδεύονται …μπερδεύοντας το “δεν μπορώ να νιώσω πια αυτό” με το “δεν μπορώ να νιώσω πια τόσο“). 3. Δεν χωράει στο φτωχό μυαλό μου πώς κάποιος δηλώνει “συγγραφέας” και ψωμίζεται απ’ αυτό, και ταυτόχρονα παρουσιάζει την ανάγνωση του ‘Ιωσήφ’ ή του ‘Οδυσσέα’ ως αποτέλεσμα …αντοχής. Την οποία μάλιστα έχει στερηθεί στα 47 του. Το αυτό φυσικά, εννοείται και ακόμα περισσότερο για τον αντίστοιχο “συνθέτη”.
Να πω την αλήθεια δεν έχω διαβάσει τίποτα δικό του. Γνωρίζω μόνο αυτά που διαφημίζει ο ίδιος κατά καιρούς, πόσο ευτυχισμένος είναι δηλαδή με το σύντροφό του ενώ ταυτόχρονα βασανίζεται από ανίατη κατάθλιψη. Αν στόχος του είναι να δημιουργήσει αισθήματα οίκτου, στην περίπτωσή μου το έχει πετύχει. Προσωπικά πάντως δεν βλέπω στην ενήλικη νεότητα κάτι περισσότερο από ένα καλύτερο σώμα. Κατά τάλλα μια υποθετική επιστροφή στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής φαντάζει για μένα εφιαλτική.
“Σε βεβαιώ” ότι για να διαβάσεις ολόκληρο βιβλίο του εν λόγω χρειάζονται όντως ειδικές αντοχές, ανεξαρτήτως ηλικίας. Αυτό για κάποον εννοείται που έχει διαβάσει στη ζωή του πέντε πράγματα.
Όσο για τον οίκτο …δε θα το έλεγα. Όχι αν συνυπολογίσω την παράμετρο “woke culture” της οποίας τυγχάνει επιφανής και μαχητικός εκπρόσωπος, και της οποίας (άτυπο) motto είναι “δύναμη μέσω θυματοποίησης“.
Η επιστροφή στη δεκαετία 20-30 ψιλοεφιαλτική φαντάζει και για μένα, γιατί δεν πέρναγα καθόλου καλά (και η προσπάθειά μου με το “συγκρότημα” στην περιρέουσα τότε ατμόσφαιρα, δεν ακριβώς βοήθησε). Αλλά αυτό ευτυχώς δεν ίσχυε για τον εαυτό μου – ακροατή ή αναγνώστη. Και επίσης, όπως συνειδητοποίησα εγκαίρως συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό γιατί εννοούσα ως βλαξ να συγκρίνω την τότε περίοδο με τον μυθοποιημένο παράδεισο της παιδικής / εφηβικής ηλικίας που είχε προηγηθεί.