Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΩΣ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ [ΜΕΡΟΣ 5]

Παρακολουθώντας την παρασιτική εις βάρος της μουσικής πορεία της κινούμενης εικόνας, είχαμε σταματήσει στο προηγούμενο post [Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΩΣ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ ΜΕΡΟΣ 4] στην έλευση του  MTV και της βομηχανίας των βίντεο…

Εκ πρώτης όψεως ο σκηνοθέτης βίντεο κλιπ φαίνεται να έχει την αντίθετη αποστολή από τον κινηματογραφικό συνθέτη. Αντί για μουσική που υπηρετεί την εικόνα, έχουμε εικόνα που υπηρετεί τη μουσική. Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική…
Τα βίντεο κλιπ δεν πήγασαν από κάποια ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση. Η ύπαρξή τους εξυπηρετούσε / -ει, υποτίθεται, διαφημιστικούς σκοπούς, με τους μουσικούς να δέχονται de facto τη νέα κατάσταση, ως ενισχυτική των πωλήσεων και του …ναρκισσισμού τους. Σε κάποιους από μας εξ αρχής, σε κάποιους άλλους σταδιακά, γινόταν φανερό ότι ο σκοπός των βίντεο ήταν άλλος: η δημιουργία ενός καθεστώτος στο οποίο, όπως το έχει θέσει ο Ian Anderson [Jethro Tull] στα τέλη των ’80s: «από δω και στο εξής θα ακούμε την ίδια πάντα μουσική, απλώς από ανθρώπους με διαφορετικά ρούχα». Η ιδέα πίσω από το MTV περιλάμβανε την υποχρεωτική επιστροφή στο τρίλεπτο τραγούδι και στις απλούστερες δυνατές, χορευτικές κυρίως, φόρμες. Γι’ αυτή την επιστροφή είχε δουλέψει ήδη …εντατικά το “επαναστατικό” new wave, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία, που θα την διηγηθούμε άλλη φορά.
Στις περισσότερες περιπτώσεις το βίντεο αρκείται να παρακολουθεί τον καλλιτέχνη «εν δράσει», με έμφαση στο σεξ απίλ του. [Όλο και] σπανιότερα, κάνουμε λόγο για εικαστικές / δραματουργικές ανησυχίες του σκηνοθέτη. Και στις δυο περιπτώσεις όμως ένα γίνεται αντιληπτό: αντίθετα με τη μουσική που ενίσχυε πάντα την κινηματογραφκή εικόνα, η «εικονοποίηση» που πραγματοποιείται μέσω του βίντεο, ενεργοποιεί «ύπουλα» τη σημειολογία του soundtrack, με τη μουσική να υποχωρεί τελικά σε ρόλο συνοδευτικό μιας εικόνας που, υποτίθεται, φτιάχτηκε για να τη συνοδεύει. Με τον ίδιο τρόπο, άλλωστε, σταδιακά, η μουσική στις συναυλίες των μεγάλων σταδίων και των video walls, υποκαθιστά  το «μπαμ» της φωτοχρωματικής έκρηξης. Και είναι αυτό το έλλειμμα σε ειδικό βάρος, η «διαδικαστικότητα» που της επιτρέπει να είναι όλο και πιο συχνά και, εν τέλει, πανταχού παρούσα. Από τα χιτ που πλημμυρίζουν τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους, μέχρι το εμβατηριακό σασπένς των ειδήσεων και τα καρτουνίστικα litemotifs σε τηλέφωνα και κομπιούτερ η ζωή “δραματοποιείται” με όρους χολιγουντιανής τανίας [ας θυμηθούμε τη φράση του Sourieau, βλ. Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΩΣ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ, ΜΕΡΟΣ 3]. Το άκουσμα μιας γελοίας «ηλεκτρονικής μελωδίας» [ringtone], ή ενός τραγουδιού* εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε ένας απρόσωπος, χρηστικών προδιαγραφών ήχος [το «ντριν» του τηλεφώνου], δίνει το μέτρο του «κύρους» που απολαμβάνει η μουσική στις μέρες μας.

*Του …“Paradise City” ας πούμε, για να θυμηθούμε τον οπαδό «της ροκ» πρωθυπουργό μας…

2
(Visited 33 times, 1 visits today)

Leave a Reply