ΒΙΒΛΙΟ: ΓΚΛΕΝ ΓΚΟΥΛΝΤ – ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

[Εκδόσεις Νεφέλη, επιλογή, μετάφραση, πρόλογος: Στέφανος Θεοδωρίδης]
Υπάρχουν κάποια μοτίβα που επιστρέφουν τακτικά στις 300 σελίδες του βιβλίου. Πρώτο και κύριο φυσικά ο Μπαχ, συνθέτης με τον οποίο ταυτισμένος πέρασε ο Γκουλντ στην ιστορία. Ο χωρίς όρια θαυμασμός δεν αναστέλλει, αντίθετα ενισχύει τη διαύγεια με την οποία φιλοτεχνεί το πορτρέτο ενός ασυμβίβαστα δημιουργικού καλλιτέχνη, που επέλεξε, από μια στιγμή και μετά, να θέσει εαυτόν εκτός των τάσεων της εποχής του. Σταθερά ενδιαφέρουσες είναι και οι απόψεις που αναπτύσσει για άλλους συνθέτες, ακόμα κι αν κάποτε στραβοκαταπίνεις διαβάζοντας ότι “οι Στραβίνσκι – Μπάρτοκ είναι οι πιο υπερεκτιμημένοι συνθέτες του αιώνα”, ότι “η Ιεροτελεστία της Άνοιξης είναι ένα ασήμαντο έργο”, ότι ο πιανίστας αισθανόταν τρομερή αμηχανία με τη μουσική του Βέρντι, ή ότι ο Πουτσίνι τον έκανε να στριφογυρίζει στο κάθισμά του… Για να μη μιλήσουμε για την συλλήβδην απόρριψη του μινιμαλισμού και του …ροκ “σε όλες τις εκφάνσεις του”. Δεν είναι ανάγκη να συμφωνείς με κάποιον για να παρακολουθήσεις με ενδιαφέρον το ξετίλυγμα των σκέψεών του.
Ένα από τα αξιοσημείωτα του βιβλίου είναι η απομυθοποίηση της “απέχθειας” που, υποτίθεται, αισθανόταν για τον Μότσαρτ: ο Γκουλντ εκφράζει τον θαυμασμό του, “διαλύοντας” απλώς κάποιους “μύθους”, που αποσιωπούν τα “ελαττώματα” του συνθέτη.  Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον Σοπέν.
Ένα άλλο, είναι η πίστη του στην έλευση μια νέας εποχής για την απόδοση του μουσικού έργου και την επικοινωνία μαζί του. Η εποχή αυτή θα ερχόταν, κατά τον Γκουλντ, χάρη στις τεχνολογίες ηχογράφησης που αναπτύσσονταν στα late ’50s – early ’60s, διαφοροποιώντας ριζικά τις συνθήκες του στούντιο από εκείνες των συναυλιακών χώρων. Είναι συναρπαστικά αιχμηρή η πολεμική του εναντίον εκείνων που τότε, όπως και σήμερα, στρέφονταν εναντίον της “απάτης” του μοντάζ, εν ονόματι της “αυθεντικότητας” που αντιπροσωπεύει η live ή η “μια κι έξω” ηχογράφηση. Ο Γκουλντ ισχυρίζεται, [ορθότατα, κατά την άποψή μου] ότι το μόνο που μετράει είναι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και ότι το να μην εκμεταλλεύεσαι τις δυνατότητες που η τεχνολογία σου παρέχει για την τελειοποίησή του είναι έως και …ανήθικο. Κι είναι στιγμές που ο καλλιτέχνης αναδεικνύεται σε οραματιστή – προφήτη, μιλώντας για εναλλακτικές εκτελέσεις που θα προσφέρονται μια μέρα στον ακροατή, επιτρέποντας την ενεργητική συμμετοχή στη διαδικασία της ακρόασης, μέσω ενός δικού του πρωτότυπου μοντάζ, από μέρη της επιλογής του…
Τα ανωτέρω φυσικά συνάδουν με μια αυξανόμενη αποστροφή του για τις αίθουσες συναυλιών, τη “μοχθηρία” και την αντίστοιχη ρωμαϊκής αρένας συμπεριφορά του κοινού, που θα οδηγήσει τελικά στην περίφημη απόσυρσή του εν έτει 1964. Παρακολουθούμε την εξέλιξή της σκέψης του μέσα από απολαυστικά για τη διεισδυτικότητα και το χιούμορ τους αποσπάσματα, για να φτάσουμε στο εξής αμίμητο: [από συνέντευξη του 1981]
“Τελικά φαίνεται ότι ο θεσμός της συναυλίας δεν φθίνει τόσο γρήγορα όσο ήλπιζα …για το καλό της ανθρωπότητας. Ωστόσο έχει υποστεί αλλαγές. Η τελευταία συναυλία που παρακολούθησα ήταν το 1967 όταν, κατόπιν μεγάλης πίεσης, παρευρέθηκα στο ρεσιτάλ ενός φίλου. Έχω την εντύπωση όμως ότι σήμερα πολλές συναυλίες μοιάζουν με μετενσαρκωμένες εκδοχές σώου όπως εκείνο που έδωσε ένα αιώνα πριν στο Τορόντο ο Χανς φον Μπύλοφ, ο οποίος ερμήνευσε την Appassionata του Μπετόβεν, αφού είχε προηγηθεί ένα νούμερο με άλογο!”
Η θέση του Γκλεν Γκουλντ είναι δύσκολο να καταρριφθεί, για ένα απλό λόγο: Συνθήκη [όχι ικανή, αλλά αναγκαία] δημιουργικότητας είναι η απόσυρση του καλλιτέχνη από την καθημερινή τύρβη, σε αναζήτηση στοιχειώδους ηρεμίας και επαφής με τον εσώτερο εαυτό του [εκείνον που οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει]. Και είναι φυσικό οι ιδανικές συνθήκες ακρόασης να είναι εκείνες που πλησιάζουν εκείνες της δημιουργίας. Γέννημα της σιωπής και της απομόνωσης η μουσική, σ’ αυτήν και μόνο μπορεί να ευδοκιμήσει. Οι περισπάσεις από την παρουσία προσώπων τυχαίων και ετερόκλητων, από άσχετα οπτικά και ηχητικά ερεθίσματα, μυρωδιές κλπ. μπορούν να συνθέσουν μια αξέχαστη εμπειρία σε συναυλιακό χώρο …με τη συμμετοχή της μουσικής. Μπορούν ωστόσο και να καταστρέψουν την ακουστική εμπειρία. Και, υποτίθεται τουλάχιστον, ότι βρίσκεται κάποιος εκεί για να ακούσει. Ή μήπως όχι;
Τα παραπάνω δεν ισχύουν αποκλειστικά για την [καθ-ιερωμένη ως] λόγια μουσική: Ένας από τους λόγους που οι Beatles εγκατέλειψαν τους συναυλιακούς χώρους, δυο χρόνια μετά τον Γκλεν Γκουλντ, ήταν ότι ήταν αδύνατο να αναπαραγάγουν εκεί φιλόδοξες συνθέσεις – ενορχηστρώσεις όπως του Sgt. Peppers, πόσο μάλλον τα ηλεκτρονικά “εφέ”, στα οποία η “ριζοσπαστική” χρήση του στούντιο εξασφάλιζε πια δομικό ρόλο.
Με δυο λόγια, το έργο που εξύψωνε την ποπ σε επίπεδα “λόγιας” έκφρασης, ήταν αυτό που ταυτόχρονα αποθάρρυνε την πρακτική της συναυλίας. Βλέποντας εκ των υστέρων την εξέλιξη στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί η περίπτωση των Beatles δεν ήταν βιώσιμη στο συγκεκριμένο πλαίσιο, και γιατί “ήταν γραφτό” να αποσυρθούν στο peak της ακμής τους, εσαεί αξιοποιήσιμοι σαν μύθος και σαν σύμβολο “αξεπέραστης τελειότητας”.

1
(Visited 9 times, 1 visits today)

Leave a Reply