ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΟΞΦΟΡΔΗΣ : ΦΙΜΩΤΡΟ ΣΤΟΥΣ ΡΩΣΟΦΙΛΟΥΣ!

Κάτω απ’ τον «πολλά υποσχόμενο» τίτλο
ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΟΙ ΡΩΣΟΦΙΛΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ;
διαβάζει κανείς στην
Καθημερινή το άρθρο κάποιου κυρίου Δουδωνή, διδάκτορος Συνταγματικού Δικαίου στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης :

Παρακολουθώντας τη δημόσια συζήτηση, εκπλήσσεται κανείς από την παρουσία σε πολλά ΜΜΕ, ιδίως στα τηλεοπτικά κανάλια, ενός μεγάλου αριθμού Ρωσόφιλων αναλυτών, απόστρατων αξιωματικών ή εν γένει εχόντων δημόσια παρέμβαση, ανεξαρτήτως ειδικότητας ή και ελλείψει αυτής. Το πρώτο ερώτημα που έρχεται στο μυαλό είναι φυσικά: Πώς μας προέκυψαν σε αυτή τη χώρα τόσοι απολογητές των ενεργειών ενός αυταρχικού καθεστώτος;
Φαίνεται πως οι φιλοπουτινικοί στην Ελλάδα είναι ένα περίεργο συνονθύλευμα αντικρουόμενων αφετηριών που καλύπτουν όλο τον χώρο από την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά και από την πολιτική ως τις ένοπλες δυνάμεις με έναν όμως κοινό προορισμό: την άρνηση της φιλελεύθερης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που απολαμβάνουμε στον «δυτικό κόσμο».
Υπάρχει όμως και ένα επιπλέον, δεοντολογικό ερώτημα που ανακύπτει, αφού χαρτογραφήσουμε το εν Ελλάδι φιλοπουτινικό στρατόπεδο: Μήπως έχουμε κάποια υποχρέωση ως κοινωνία να προβάλλουμε τους ανθρώπους αυτούς, ακόμα και αν διαφωνούμε μαζί τους; Μήπως ακόμα, επειδή ακριβώς διαφωνούμε μαζί τους, πρέπει να υπερασπίζουμε το δικαίωμά τους στην αντίθετη γνώμη;
Όλοι θεωρούμε γενικά πως μια συζήτηση εμπλουτίζεται από την ύπαρξη του αντιλόγου. Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν πως τα επιχειρήματα της μιας πλευράς διανθίζονται από τις παρατηρήσεις της άλλης και πως η «ισοσθένεια των λόγων» μας διδάσκει πως, στο τέλος της ημέρας, λόγος και αντίλογος έχουν την ίδια δύναμη. Οι απόψεις αυτές ενδεχομένως να είναι απολύτως σωστές για ένα κανονικό debate, που διεξάγεται υπό φυσιολογικές συνθήκες και για ένα θέμα του οποίου η προσέγγιση χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό υποκειμενικότητας. Η ρωσική εισβολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι όμως μια τέτοια περίπτωση. Για την ακρίβεια: κάθε επιθετικός πόλεμος βρίσκεται στον αντίποδα μιας ελεύθερης συζήτησης. Η χρήση της βίας δεν εκκινεί από τίποτε άλλο πέρα από την άρνηση της ίδιας της αξίας του λόγου ως τρόπου διευθέτησης των μεταξύ μας διαφωνιών.
Ένας Ρωσόφιλος δεν είναι λοιπόν στην παρούσα φάση ένας λάτρης της Ρωσίας, έτσι, γενικά. Δεν είναι, ας πούμε, ένας θαυμαστής των έργων του Τολστόι ή των εικόνων του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Το «Ρωσόφιλος» στο πλαίσιο των ημερών γίνεται ένας «τεχνικός όρος» που αποδίδει τον υποστηρικτή μιας πολεμικής επιχείρησης που αποσκοπεί σε πολιτικό επίπεδο στην άρση της κυριαρχίας μιας χώρας και σε ανθρώπινο επίπεδο στη στέρηση χιλιάδων ζωών. Κι αν ο σεβασμός της κρατικής κυριαρχίας υπήρξε και παραμένει η κορωνίδα του διεθνούς δικαίου, η αξία της ανθρώπινης ζωής αποτελεί τον πυρήνα του νομικού μας πολιτισμού.
Σκεφτείτε ένα debate μεταξύ των πολεμίων και των υποστηρικτών της μαζικής δολοφονίας χιλιάδων ανθρώπων. Σας φαντάζει αποτρόπαιο, χυδαίο; Περί αυτού όμως ακριβώς πρόκειται όταν μιλάμε για μια ανοιχτή αντιπαράθεση πολεμίων και υποστηρικτών της εισβολής στην Ουκρανία.
Το συγκεκαλυμμένο του πράγματος, πίσω από τις αναθεωρητικές δικαιολογίες του Putin τις οποίες παπαγαλίζουν οι υποστηρικτές του, δεν αναιρεί τη χυδαιότητα και επικινδυνότητα της ουσίας.
Αν αναλογιστούμε το πραγματικό περιεχόμενο των φιλοπόλεμων σχολίων και ιαχών, θα συνειδητοποιήσουμε πως όχι μόνο δεν έχουμε καμία υποχρέωση να ακούμε τις θέσεις των κάθε λογής οπαδών του Πούτιν ως την «αντίθετη άποψη» που χρήζει σεβασμού αλλά αντίθετα το ηθικά σωστό θα ήταν να μην προβάλλονται καθόλου τέτοιες απόψεις. Γιατί τα τηλεοπτικά ή μη debate, η ανταλλαγή των επιχειρημάτων, η συζήτηση εν γένει υπάρχουν ακριβώς γιατί έχουν αποτύχει ιστορικά στις χώρες μας, τον «δυτικό κόσμο», οι απόψεις τύπου Πούτιν, που προτιμούν τη βία έναντι του λόγου και επιχειρούν να εκμηδενίσουν την ίδια την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Μέσα απ’ την περιπέτεια του κορωνοϊού το φαινόμενο [θα ’πρεπε να] έχει γίνει φανερό στο πιο απονήρευτο πολίτη : πιο πρόθυμοι, βλέπε: πιο αδρά αμειβόμενοι
υπηρέτες της προπαγάνδας του συστήματος απ’ τους ακαδημαϊκούς δεν γίνεται να υπάρξουν. Ούτε πιο εύκολη δουλειά απ’ τις υπηρεσίες που προσφέρουν : καμία υποχρέωση φιλοτιμίας ως προς την τεκμηρίωση μιας θέσης. Κύριο επιχείρημα είναι ο ακαδημαϊκός τους τίτλος, φαρδύς – πλατύς στο τέλος του κειμένου και το «κύρος» του μέσου που τους φιλοξενεί.
Οι
ασυναρτησίες του κυρίου Δουδωνή είναι εκτεθειμένες σε κοινή θέα, για όποιον επιλέγει να μη θαμπωθεί από τον διδακτορικό του τίτλο [το ότι η χώρα στην οποία διδάσκει δεν διαθέτει (ενιαίο) σύνταγμα, θα μπορούσε να γίνει αφορμή για αστεία, στα οποία θα ήταν άστοχο να παρασυρθεί κανείς].
Ο τρόπος που προσεγγίζει το θέμα, προτάσσοντας την αυταρχικότητα του καθεστώτος Πούτιν [σε αντιπαράθεση με τις «δημοκρατίες» της Δύσης] είναι αποκαλυπτικός προθέσεων. Σύμφωνα μ’ αυτό το σκεπτικό, ο ενεχόμενος σε παράνομες πράξεις δεν έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα : κάθε του κίνηση αξιολογείται με κριτήριο, όχι την αναγκαιότητα αυτής εν όψει προσβολής που δέχεται, αλλά την ιδιότητά του ως παρανόμου.
Νομοτελειακή συνέπεια ενός σκεπτικού που παρακάμπτει εντέχνως τα ουσιαστικά προς χάριν των επιθέτων [αυτά αφορούν όχι μόνο τον ΒΠ αλλά και τους (εν Ελλάδι) υποστηρικτές του] είναι το δεύτερο σκέλος της ανάπτυξης : τι νόημα έχει η «ισοσθένεια των λόγων», και πώς μπορούμε να βάλουμε στη ζυγαριά το λόγο της «δημοκρατικής» Δύσης μ’ εκείνον ενός βάρβαρου δικτάτορα, όταν ως νέος Τζένγκις Χαν εξαπολύει απρόκλητο επιθετικό πόλεμο, ο οποίος «βρίσκεται στον αντίποδα μιας ελεύθερης συζήτησης»; άλλωστε «η χρήση της βίας δεν εκκινεί από τίποτα άλλο πέρα από την άρνηση του λόγου ως μέσου διευθέτησης των διαφορών».
Ο διδάκτωρ δεν ξοδεύει λεπτό απ’ το χρόνο του σε περιττές ιστορικές αναδρομές, ή αναλύσεις των επιχειρημάτων του αντιπάλου. Του είναι πιο εύκολο, όπως τον ίδιο τον αντίπαλο, να τα
χαρακτηρίζει : δεν πρόκειται παρά για «αναθεωρητικές δικαιολογίες του Putin τις οποίες παπαγαλίζουν οι υποστηρικτές του» – period.
Στο μανιχαϊκό [ή …μπρεχτικό] σύμπαν του διδάκτορος, ο αντίπαλος είναι ο δισδιάστατος [δίχως ψυχολογικό / ιδεολογικό βάθος] «κακός» των Marvel comics. Κάνει κακό όντας δέσμιος της φύσης, ή της …μετάλλαξής του, εν ολίγοις, το
απολαμβάνει.
Τα ίδια τα αντίπαλα στρατόπεδα, μεσούντος του πολέμου, αφήνουν ανοιχτό ένα παράθυρο για διαβουλεύσεις. Ο «αδιαπραγμάτευτος» κύριος Δουδωνής ζητάει το
σφράγισμα αυτού του παραθύρου για τον δημόσιο διάλογο, στον οποίο επιθυμεί να μεταφέρει το δόγμα του ολοκληρωτικού πολέμου … «δυτικής» παρεμπιπτόντως εκπορεύσεως.
Στο πρότυπο ακριβώς μιας διακυβέρνησης που ο διδάκτωρ αφορίζει ως δικτατορική [βλ. χτεσινές δηλώσεις Βλαδίμηρου περί «καθαρμάτων» και «ανάγκης αυτοκάθαρσης»] ο δημόσιος διάλογος οφείλει να μετατραπεί σε
μονόλογο εκείνου και των ακαδημαϊκών του συναδέλφων.

5
(Visited 53 times, 1 visits today)

1 Comment

  1. stcigar March 17, 2022 at 2:42 pm

    ..so much for the “επιστροφή στην κανονικότητα”.

    Reply

Leave a Reply